Η εφαρμογή των αρχών της “Ευρωπαϊκής Χάρτας των Ερευνητών” και του “Κώδικα Δεοντολογίας στην Πρόσληψη των Ερευνητών”

Η “Ευρωπαϊκή Χάρτα των Ερευνητών” και ο “Κώδικας Δεοντολογίας στην Πρόσληψη των Ερευνητών” (ΧκΚ) αποτελούν ένα κείμενο αρχών, που καταρτίστηκε στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκειμένου να βοηθήσει στην ανάπτυξη στρατηγικών ανθρωπίνων πόρων στα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Γενικά, η ΧκΚ αποτελεί ένα σύνολο γενικών αρχών και απαιτήσεων που καθορίζουν τον ρόλο, τις ευθύνες και τα δικαιώματα των ερευνητών, καθώς και των εργοδοτών ή/και των χρηματοδοτών των ερευνητών. Η ΧκΚ αφορά όλους τους ερευνητές στην Ε.Ε., σε οποιοδήποτε στάδιο της σταδιοδρομίας τους και καλύπτει όλα τα πεδία έρευνας στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως της φύσης του διορισμού ή του καθεστώτος απασχόλησης, του νομικού καθεστώτος του εργοδότη και του τύπου του οργανισμού ή του ιδρύματος στο οποίο εκτελούνται οι εργασίες. Λαμβάνει δε υπόψη την πληθώρα ρόλων που αναλαμβάνουν οι ερευνητές, οι οποίοι δεν περιορίζονται µόνο στη “κλασσική” διεξαγωγή εργασιών έρευνας ή/και ανάπτυξης, αλλά και στην άσκηση καθηκόντων εποπτείας, συμβουλευτικής, διαχείρισης ή διοίκησης.

Για τη διασφάλιση της τήρησης των απαιτούμενων σε αυτή αρχών, οι οργανισμοί οφείλουν να συμμορφώσουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ξεκινώντας από μία εσωτερική ανάλυση όπου θα συμμετέχει όλο το ερευνητικό προσωπικό, όπως αυτό ορίζεται στο “εγχειρίδιο Frascati”. Η διαδικασία εσωτερικής ανάλυσης οφείλει να απαντήσει κατ' ελάχιστο στα ερωτήματα του θέτονται από το σχετικό ερωτηματολόγιο “A Human Resources Strategy for Researchers incorporating the Charter and Code”.

Κατά την άποψη του ΣΕΙΤΕ, ο ορισμός του ερευνητή κατά τα οριζόμενα στην ΧκΚ βρίσκεται σε μη εναρμόνιση με εκείνον της κείμενης Νομοθεσίας και στον πρόσφατο Νόμο 4310/2014. Μάλιστα, με την επίσημη συμμόρφωση των αρχών της ΧκΚ από ελληνικά ερευνητικά κέντρα (όπως το ΙΤΕ) και πανεπιστήμια λόγω και του Horizon 2020, αυτός ο ορισμός διευρύνεται de facto προκειμένου να χαρακτηρίζονται επί τω έργω ως “Νέοι” ή “Πεπειραμένοι ερευνητές” εργαζόμενοι και σε άλλες κατηγορίες, πέραν εκείνων που ορίζονται “ερευνητές βαθμίδας” στην κείμενη Νομοθεσία.

Ως «Ερευνητές» νοούνται: επαγγελματίες που καταγίνονται µε τη σύλληψη της ιδέας ή τη δημιουργία νέων γνώσεων, προϊόντων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων και µε τη διαχείριση των αντιστοίχων έργων. Πιο συγκεκριμένα, η σύσταση αφορά όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται επαγγελτικώς στον χώρο της έρευνας και της ανάπτυξης, ανεξαρτήτως σταδίου επαγγελματικής σταδιοδρομίας και ταξινόμησής τους. Συμπεριλαμβάνονται οι επαγγελματικές δραστηριότητες «βασικής έρευνας», «στρατηγικής έρευνας», «εφαρμοσμένης έρευνας», «πειραματικής ανάπτυξης» και «μεταφοράς γνώσεων», καθώς και οι δραστηριότητες καινοτομίας και παροχής συμβουλών, εποπτείας και διδασκαλίας, διαχείρισης γνώσεων και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, εκμετάλλευσης ερευνητικών αποτελεσμάτων ή επιστημονικής δημοσιογραφίας. Γίνεται διάκριση μεταξύ των «νέων ερευνητών» και των «πεπειραμένων ερευνητών»:

  • «Νέοι ερευνητές»: ορίζονται οι ερευνητές που διανύουν τα 4 πρώτα έτη (ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης) της ερευνητικής τους δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου εκπαίδευσης στην έρευνα και
  • «Πεπειραμένοι ερευνητές»: ορίζονται οι ερευνητές µε τουλάχιστον 4ετή πείρα στην έρευνα (ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης) από την κτήση του πανεπιστημιακού πτυχίου, που τους επιτρέπει να κάνουν διδακτορική μελέτη, στη χώρα κτήσης του πτυχίου/διπλώματος, ή οι ερευνητές που διαθέτουν ήδη διδακτορικό, ανεξαρτήτως του χρόνου που απαιτήθηκε για την κτήση του.

Με τη προτεινόμενη υιοθέτηση του ορισμού του ερευνητή, προσφέρεται:

  • η δυνατότητα ορθολογικότερης αποτύπωσης του υψηλά ποιοτικού εργασιακού δυναμικού του ΙΤΕ, κυρίως στο πεδίο χρηματοδότησης Ευρωπαϊκών έργων, εικόνα που δύναται να βελτιώσει περαιτέρω τα ήδη εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων του ΙΤΕ,
  • η δυνατότητα δυναμικότερης παρουσίας και συμμετοχής σε σχήματα στο πλαίσιο προετοιμασίας προτάσεων προς Ευρωπαϊκά πλαίσια χρηματοδότησης,
  • η ευχέρεια, ομοιόμορφα σε όλα τα Ινστιτούτα, στο “Νέο” ή/και τον “Πεπειραμένο ερευνητή” να διεκδικήσει χρηματοδοτήσεις από Ευρωπαϊκά πλαίσια χρηματοδότησης ως επιστημονικός υπεύθυνος, προσφέροντας μεγαλύτερη πολυμορφία, συμμετοχή και ενδεχομένως επιτυχία στην προσέλκυση πόρων για το ΙΤΕ, και
  • η προβλεπόμενη και επιδιωκόμενη από την ΧκΚ ελευθερία και αυτενέργεια προς το “Νέο” ή/και τον “Πεπειραμένο ερευνητή” να διευρύνει τους επιστημονικούς του ορίζοντες, και μπορεί να διεκδικεί ισόνομα και ανεμπόδιστα τη συμμετοχή του σε προγράμματα κινητικότητας, προκρίνοντας το ΙΤΕ ως ελκυστικό χώρο εργασιακού μέλλοντος εν μέσω του γενικότερου αρνητικού οικονομικού κλίματος.

Μεταξύ άλλων, οι συμμορφούμενοι οργανισμοί (εσωτερικές διαδικασίες) και η κείμενη νομοθεσία πρέπει να προβλέπουν διαδικασίες για όλα τα παρακάτω:

  • Προστασία έναντι λογοκλοπής και προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων έργου διανόησης και συγκυριότητας στην περίπτωση έρευνας που διεξάγεται σε συνεργασία με έναν επιστημονικό υπεύθυνο-ους και άλλους συν-εφευρέτες - συνδικαιούχους.
  • Εκπαίδευση του ερευνητικού προσωπικού, ανεξαρτήτως της φύσης της ατομικής τους σύμβασης, με στόχο την εξοικείωση με εθνικούς, τομεακούς ή εσωτερικούς κανονισμούς που διέπουν την κατάρτιση και την γνώση των απαιτούμενων συνθηκών εργασίας. Αυτή περιλαμβάνει τους κανονισμούς δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δικαιώματα από δημοσιεύσεις - πατέντες, ζητήματα ηθικής δεοντολογίας, ασφαλών πρακτικών εργασίας.
  • Προστασία έναντι διακρίσεων σε βάρος των ερευνητών με οποιονδήποτε τρόπο βάσει του φύλου, ηλικίας, φυλής, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, θρησκείας ή πεποιθήσεων, γενετήσιου προσανατολισμού, γλώσσας, αναπηρίας, πολιτικών φρονημάτων, κοινωνικής ή οικονομικής κατάστασης.
  • Χρήση συστημάτων αξιολόγησης για όλους τους ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων ερευνητών και διοικητικών θέσεων, τα οποία κρίνουν τις επαγγελματικές επιδόσεις σε τακτική βάση και με διαφανή τρόπο.
  • Υποστήριξη της προσπελασιμότητας στις φυσικές υποδομές και της προσβασιμότητας στις ψηφιακές υποδομές για τη διευκόλυνση της πρόσβασης ή/και της επιστροφής στην ερευνητική σταδιοδρομία ερευνητών με αναπηρία, συμπεριλαμβανομένων και εκπαιδευτικών οποιουδήποτε επιπέδου (για εκπαιδευτικούς οργανισμούς).
  • Εφαρμογή διαδικασιών πρόσληψης οι οποίες είναι ανοικτές, αποτελεσματικές, διαφανείς, υποστηρικτικές και διεθνώς συγκρίσιμες, καθώς και προσαρμοσμένες στον τύπο των προκηρυσσόμενων θέσεων εργασίας, που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο της εμπειρίας των υποψηφίων. Οι προκηρύξεις θα πρέπει να δίδουν μια ευρεία περιγραφή των γνώσεων και των ικανοτήτων που απαιτούνται, χωρίς όμως να είναι τόσο εξειδικευμένες ώστε να αποθαρρύνονται τυχόν κατάλληλοι υποψήφιοι. Σε αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνεται μια περιγραφή των όρων και συνθηκών εργασίας και των δικαιωμάτων, καθώς και των προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης. Επιπλέον, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της προκήρυξης ή της πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων και της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής πρέπει να είναι ρεαλιστικός. Οι υποψήφιοι πρέπει να ενημερώνονται, πριν από την επιλογή, σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης και τα κριτήρια επιλογής, τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων και τις προοπτικές ανάπτυξης της σταδιοδρομίας. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται, μετά τη διαδικασία επιλογής, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της υποψηφιότητάς τους.
  • Διαδικασία επιλογής η οποία να λαμβάνει υπόψη το σύνολο της εμπειρίας των υποψηφίων. Να δίνεται έμφαση στο γενικότερο δυναμικό τους ως ερευνητές, λαμβάνοντας υπόψη τη δημιουργικότητα και το επίπεδο ανεξαρτησίας. Αυτό σημαίνει ότι τα προσόντα των υποψηφίων πρέπει να αξιολογούνται τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη, εστιάζοντας σε εξαιρετικά αποτελέσματα μέσα σε μια διαφοροποιημένη επαγγελματική πορεία και όχι μόνο στον αριθμό των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Κατά συνέπεια, η σημασία των βιβλιομετρικών δεικτών πρέπει να εξισορροπείται κατάλληλα με ένα ευρύτερο φάσμα κριτηρίων αξιολόγησης, όπως η διδασκαλία, η επίβλεψη, η εργασία σε επιτροπές ή ομάδες, η μεταφορά γνώσεων, η διαχείριση δραστηριοτήτων ευαισθητοποίησης του κοινού σε θέματα έρευνας και της καινοτομίας. Ειδικά για τους υποψηφίους από τον χώρο της βιομηχανίας, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συμβολή τους σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, αναπτυξιακές δραστηριότητες ή εφευρέσεις.
  • Οι διακοπές της σταδιοδρομίας ή οι διακυμάνσεις στη χρονολογική σειρά του βιογραφικού σημειώματος δεν πρέπει να τιμωρούνται, αλλά να θεωρούνται ως εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και, κατά συνέπεια, ως δυνητικά πολύτιμο στοιχείο για την επαγγελματική εξέλιξη του ερευνητή προς μια πολυδιάστατη επαγγελματική πορεία. Οι υποψήφιοι θα πρέπει, συνεπώς, να επιτραπεί να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα βιογραφικά σημειώματα, αντιπροσωπευτικά των επιτευγμάτων και προσόντων που απαιτούνται για την κατάληψη των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί.
  • Οποιαδήποτε εμπειρία κινητικότητας, π.χ. h διαμονή σε άλλη χώρα / περιοχή ή σε άλλο ερευνητικό πλαίσιο (δημόσιο ή ιδιωτικό) ή μια αλλαγή από έναν επιστημονικό κλάδο ή τομέα σε άλλο, είτε ως μέρος της αρχικής ερευνητικής κατάρτισης είτε σε μεταγενέστερο στάδιο της ερευνητικής σταδιοδρομίας, ή εικονική κινητικότητα, θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια πολύτιμη συμβολή στην επαγγελματική ανάπτυξη του ερευνητή.
  • Κατάλληλη αξιολόγηση και αναγνώριση των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων, συμπεριλαμβανομένων των άτυπων προσόντων, όλων των ερευνητών, ιδίως στο πλαίσιο της διεθνούς και επαγγελματικής κινητικότητας.
  • Σαφείς κανόνες και ρητές κατευθυντήριες γραμμές για την πρόσληψη και το διορισμό μεταδιδακτορικών ερευνητών, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης διάρκειας και τους στόχους αυτών των διορισμών, θα πρέπει να θεσπιστούν από τα όργανα που διορίζουν μεταδιδακτορικούς ερευνητές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το χρόνο που δαπανάται των προηγούμενων μεταδιδακτορικών διορισμών σε άλλους οργανισμούς και να λάβει υπόψη ότι το μεταδιδακτορικό καθεστώς πρέπει να είναι μεταβατική, με πρωταρχικό σκοπό την παροχή πρόσθετων ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης για μια ερευνητική σταδιοδρομία στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων προοπτικών σταδιοδρομίας.
  • Ότι όλοι οι ερευνητές που ακολουθούν ερευνητική σταδιοδρομία πρέπει να αναγνωρίζονται ως επαγγελματίες και να αντιμετωπίζονται αναλόγως. Αυτό θα πρέπει να αρχίσει στην αρχή της σταδιοδρομίας τους και συγκεκριμένα στο μεταπτυχιακό επίπεδο, και θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα επίπεδα, ανεξάρτητα από την ταξινόμησή τους σε εθνικό επίπεδο (π.χ. υπάλληλος, μεταπτυχιακός σπουδαστής, υποψήφιος διδακτορικού, μεταδιδακτορικός υπότροφος, δημόσιος υπάλληλος).
  • H συνδημιουργία να αντιμετωπίζεται θετικά από τα θεσμικά όργανα κατά την αξιολόγηση του προσωπικού, ως απόδειξη εποικοδομητικής προσέγγισης για τη διεξαγωγή της έρευνας. Οι εργοδότες θα πρέπει να αναπτύξουν στρατηγικές, πρακτικές και διαδικασίες για την παροχή των ερευνητών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που στην αρχή της ερευνητικής τους σταδιοδρομίας, με τις αναγκαίες συνθήκες και προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν το δικαίωμα να αναγνωρίζονται ως συνδημιουργοί εργασιών, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, κ.λπ., ή να δημοσιεύουν τα αποτελέσματα των ερευνητικών τους εργασιών ανεξάρτητα από τους επόπτες τους.
  • Η διδασκαλία να αποτελεί απαραίτητο μέσο για τη δόμηση και τη διάδοση των γνώσεων και θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρείται ως πολύτιμο στοιχείο της επαγγελματικής διαδρομής των ερευνητών. Ωστόσο, η διδασκαλία των ευθυνών δεν πρέπει να είναι υπερβολική ώστε να εμποδίζει τους ερευνητές, ιδίως στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, να διεξάγουν τις ερευνητικές τους δραστηριότητες. Οι εργοδότες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η εκτέλεση εκπαιδευτικών καθηκόντων αμείβεται δεόντως και λαμβάνεται υπόψη στα συστήματα αξιολόγησης / εκτίμησης, καθώς και ότι ο χρόνος που αφιερώνεται από τα ανώτερα μέλη του προσωπικού στην κατάρτιση των νέων ερευνητών θα πρέπει να υπολογίζεται ως μέρος της εκπαιδευτικής τους δέσμευσης.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να διασφαλίζουν ότι το καλύτερο δυνατό δυναμικό περιβάλλον έρευνας και ερευνητικής κατάρτισης, το οποίο προσφέρει κατάλληλο εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και ευκαιρίες, μεταξύ άλλων για εξ αποστάσεως συνεργασία μεταξύ ερευνητικών δικτύων.
  • Οι εργοδότες πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι όροι εργασίας των ερευνητών, συμπεριλαμβανομένων των ερευνητών με αναπηρία, να προσφέρουν κατά περίπτωση την αναγκαία ευελιξία για την επιτυχή απόδοση της έρευνας, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και τις εθνικές ή κλαδικές συμβάσεις συλλογικής διαπραγμάτευσης. Θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι όροι εργασίας οι οποίες επιτρέπουν τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες ερευνητές να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία, τα παιδιά και την καριέρα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί, μεταξύ άλλων, το ελαστικό ωράριο εργασίας, η μερική απασχόληση, η τηλε-εργασία και οι εκπαιδευτικές άδειες, καθώς και στις οικονομικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν αυτές τις ρυθμίσεις.
  • Οι εργοδότες πρέπει να διασφαλίζουν ότι η απόδοση των ερευνητών δεν υπονομεύεται από την προσωρινότητα των συμβάσεων εργασίας, και θα πρέπει συνεπώς να δεσμεύονται, στο μέτρο του δυνατού, να βελτιώνουν τη σταθερότητα των όρων απασχόλησης των ερευνητών, εφαρμόζοντας και τηρώντας τις αρχές και τους όρους που ορίζονται στην οδηγία της ΕΕ για την εργασία ορισμένου χρόνου.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι ερευνητές απολαύουν δίκαιων και ελκυστικών όρων χρηματοδότησης ή / και αποδοχών και επαρκούς και δίκαιης κοινωνικής ασφαλιστικής κάλυψης (συμπεριλαμβανομένων των παροχών ασθένειας και των οικογενειακών παροχών, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και των παροχών ανεργίας) σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και με εθνικές ή κλαδικές συμβάσεις συλλογικής διαπραγμάτευσης. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει ερευνητές σε όλα τα στάδια της σταδιοδρομίας, συμπεριλαμβανομένων των ερευνητών σε πρώιμα στάδια, ανάλογα με το νομικό καθεστώς, τις επιδόσεις και το επίπεδο των προσόντων ή / και τις ευθύνες τους.
  • Οι εργοδότες πρέπει να επιδιώκουν την ισόρροπη εκπροσώπηση των δύο φύλων σε όλα τα επίπεδα του προσωπικού, καθώς και σε επίπεδο εποπτικών και διαχειριστικών οργάνων. Αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί με βάση μια πολιτική ίσων ευκαιριών στο πλαίσιο των προσλήψεων και στα επακόλουθα στάδια επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όχι όμως εις βάρος των κριτηρίων ποιότητας και επαγγελματικών προσόντων. Για να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση, επιτροπές επιλογής και αξιολόγησης θα πρέπει να έχουν την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των φύλων.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να καταρτίζουν, κατά προτίμηση στο πλαίσιο της διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων, συγκεκριμένη στρατηγική για την επαγγελματική εξέλιξη των ερευνητών σε όλα τα στάδια της σταδιοδρομίας τους, ανεξαρτήτως του συμβατικού τους καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένων των ερευνητών με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να περιλαμβάνει τη διαθεσιμότητα μεντόρων, οι οποίοι θα προσφέρουν υποστήριξη και καθοδήγηση για την προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη των ερευνητών, συμβάλλοντας στη μείωση τυχόν αισθημάτων ανασφάλειας για το επαγγελματικό τους μέλλον. Όλες οι ερευνητές θα πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις διατάξεις και ρυθμίσεις.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να αναγνωρίζουν την αξία της γεωγραφικής, διατομεακής, διεπιστημονικής έρευνας. Η διεπιστημονική κινητικότητα καθώς και η κινητικότητα μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να θεωρείται σημαντικό μέσο ενίσχυσης των επιστημονικών γνώσεων και της επαγγελματικής εξέλιξης σε οποιοδήποτε στάδιο της σταδιοδρομίας ενός ερευνητή. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να προωθηθούν τέτοιες επιλογές στην στρατηγική επαγγελματικής εξέλιξης, να εκτιμώνται πλήρως και να αναγνωρίζεται κάθε εμπειρία κινητικότητας στο πλαίσιο του συστήματος επαγγελματικής ανέλιξης / αξιολόγησης. Αυτό απαιτεί, επίσης, ότι οι αναγκαίες διοικητικές πράξεις να τεθούν σε εφαρμογή για να επιτρέπουν τη μεταφορά τόσο των υποτροφιών και των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
  • Οι εργοδότες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι ερευνητές σε όλα τα στάδια της σταδιοδρομίας καρπώνονται τα οφέλη της εκμετάλλευσης (εάν υπάρχουν) έργου διανόησης ΕΤΑΚ μέσω της νομικής προστασίας των συντελεστών και, ιδίως, μέσω της κατάλληλης προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών δικαιωμάτων. Πολιτικές και πρακτικές πρέπει να προσδιορίζουν ποια δικαιώματα ανήκουν στους ερευνητές ή / και, κατά περίπτωση, στους εργοδότες τους ή σε άλλα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών εμπορικών ή βιομηχανικών οργανισμών, όπως το δυνατόν στο πλαίσιο ειδικών συμφωνιών συνεργασίας ή συμφωνιών άλλου τύπου.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και ρυθμίσεις, κατάλληλες διαδικασίες, ενδεχομένως με τη μορφή ενός αμερόληπτου (τύπου διαμεσολαβητή) άτομο για να ασχοληθεί με τις καταγγελίες / προσφυγές των ερευνητών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν διαφορές μεταξύ εποπτών και των νέων ερευνητών. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να παρέχουν σε όλο το ερευνητικό προσωπικό εμπιστευτική και άτυπη αρωγή για την επίλυση διενέξεων που συνδέονται, διαφορών και καταγγελιών, με στόχο την προώθηση της δίκαιης και ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο του οργανισμού και τη βελτίωση της συνολικής ποιότητας του εργασιακού περιβάλλοντος.
  • Οι εργοδότες οφείλουν να αναγνωρίζουν ως πλήρως θεμιτή, και δη εφαρμόσιμη, την εκπροσώπηση των ερευνητών σε όλα τα όργανα λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων για τα οποία εργάζονται, έτσι ώστε να προστατευθούν προωθώντας τα ατομικά και τα συλλογικά τους συμφέροντα, και να συμβάλουν ενεργά στις εργασίες του ιδρύματος.
  • Για τους ερευνητές στο στάδιο της εκπαίδευσής τους θα πρέπει να καθιερωθεί μια δομημένη και τακτική σχέση με τους επόπτες, έτσι ώστε να επωφεληθούν πλήρως από τη σχέση τους μαζί τους. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση αρχείων προόδου των εργασιών και των ευρημάτων της έρευνας, να λαμβάνουν γνώσεις μέσω εκθέσεων και σεμιναρίων, και να εργάζονται σύμφωνα με τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και ορόσημα έργων.
  • Οι πεπειραμένοι ερευνητές με εποπτικό ρόλο οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον πολλαπλό ρόλο που έχουν ως επόπτες, μέντορες, επαγγελματικοί σύμβουλοι, επικεφαλής εργασιών, συντονιστές έργων, διαχειριστές ή υπεύθυνοι επιστημονικής επικοινωνίας. Θα πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντα αυτά σύμφωνα με τα υψηλότερα επαγγελματικά πρότυπα. Όσον αφορά το ρόλο τους ως επόπτες ή μέντορες ερευνητών, οι ιεραρχικώς ανώτεροι ερευνητές οφείλουν να αναπτύσσουν εποικοδομητική και θετική σχέση με τους νέους ερευνητές, προκειμένου να καθορίσει τις προϋποθέσεις για την αποτελεσματική μεταφορά γνώσεων και για τη μελλοντική επιτυχή εξέλιξη των ερευνητών σταδιοδρομία.
  • Οι ερευνητές σε όλα τα στάδια της σταδιοδρομίας θα πρέπει να επιδιώκουν να βελτιώσουν τον εαυτό τους συνεχώς, αναβαθμίζοντας και επεκτείνοντας συνεχώς τα προσόντα και τις ικανότητες τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μια ποικιλία μέσων, συμπεριλαμβανομένων, αλλά δεν περιορίζονται σε, επίσημη εκπαίδευση, εργαστήρια, συνέδρια και εργαλεία ηλεκτρονικής μάθησης.
  • Οι εργοδότες πρέπει να διασφαλίζουν ότι σε όλους τους ερευνητές, σε οποιοδήποτε στάδιο της σταδιοδρομίας τους, ανεξαρτήτως της συμβατικής τους κατάστασης, δίδεται η ευκαιρία για επαγγελματική ανάπτυξη και για βελτίωση της απασχολησιμότητας τους μέσω της πρόσβασης σε μέτρα για τη συνεχή ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εξετάζονται τακτικά για την προσβασιμότητα τους, την ανάληψη και την αποτελεσματικότητα στη βελτίωση των ικανοτήτων, των δεξιοτήτων και της απασχολησιμότητας.
  • Οι εργοδότες θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι επόπτες είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να αναφέρονται σε αυτούς οι νέοι ερευνητές για την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων, και θα πρέπει να ενημερώνουν τους ερευνητές αναλόγως. Οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να ορίζουν σαφώς ότι οι προτεινόμενοι επόπτες έχουν επαρκή εμπειρία σε θέματα εποπτείας ερευνητικών εργασιών, διαθέτουν το χρόνο, τις γνώσεις, την εμπειρία, την τεχνογνωσία και δέσμευση να είναι σε θέση να προσφέρουν στους ασκούμενους ερευνητές κατάλληλη υποστήριξη και να παρέχει τις απαραίτητες διαδικασίες προόδου και επανεξέτασης, καθώς και τους απαιτούμενους μηχανισμούς ανάδρασης.

Η κινητικότητα των ερευνητών όπως ορίζονται στην ΧκΚ, είναι μοχλός αριστείας στον τομέα της έρευνας. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σήμερα οι ερευνητές αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες για να διατηρούν τη συμπληρωματική συνταξιοδότησή τους όταν μετακινούνται μεταξύ κρατών. Για να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, η ΕΕ εκπόνησε το 2010 μελέτη σκοπιμότητας για ένα πανευρωπαϊκό συνταξιοδοτικό ταμείο για τους ερευνητές. Σε συνέχεια της μελέτης σκοπιμότητας, η γενική διεύθυνση Έρευνας και Καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κάλεσε ενδιαφερόμενους εργοδότες και αντιπροσώπους εργαζομένων να προετοιμάσουν το έδαφος για τη σύσταση του εν λόγω ταμείου, που έγινε γνωστό ως "Φορέας Συνταξιοδοτικής Αποταμίευσης για Ευρωπαϊκά Ερευνητικά Ιδρύματα (Retirement Savings Vehicle for European Research Institutions – RESAVER). Η πρωτοβουλία αναγνωρίζεται ως προτεραιότητα στην ανακοίνωση 2012 για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας (ΕΧΕ) (A Reinforced European Research Area Partnership for Excellence and Growth), στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύτηκε "να βοηθήσει τους ενδιαφερομένους να συγκροτήσουν ένα (ή περισσότερα) πανευρωπαϊκό ταμείο συμπληρωματικής συνταξιοδότησης για ερευνητές".

Σχετικά έγγραφα

Περισσότερες πληροφορίες για την εφαρμογή της Χάρτας του Ερευνητή και των ωφελημάτων της μπορείτε να βρείτε στον σχετικό ιστοχώρο του euraxess.